Αναρτήσεις

Η Πομπή των Ακέφαλων Μοναχών

Εικόνα
  Το πρώτο χτύπημα της καμπάνας ακούστηκε στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Το δεύτερο ακολούθησε λίγα δευτερόλεπτα αργότερα και το τρίτο έκανε τα τζάμια των σπιτιών να τρέμουν. Οι κάτοικοι του χωριού Νέρβαλ ξύπνησαν τρομαγμένοι, επειδή η καμπάνα δεν ανήκε στη δική τους εκκλησία. Ο ήχος ερχόταν από το εγκαταλειμμένο μοναστήρι που βρισκόταν βαθιά μέσα στο δάσος, εκεί όπου κανείς δεν είχε πατήσει εδώ και σαράντα χρόνια. Το επόμενο πρωί, ένας βοσκός βρέθηκε λιπόθυμος κοντά στο παλιό μονοπάτι. Όταν συνήλθε, μιλούσε για μια πομπή από μοναχούς χωρίς κεφάλια, οι οποίοι περπατούσαν ανάμεσα στα δέντρα κρατώντας μαύρα κεριά. Πίσω τους ακολουθούσε μια ψηλή μορφή με ασημένια μάσκα. Ο βοσκός ορκιζόταν ότι η μορφή τον είχε κοιτάξει, παρόλο που η μάσκα δεν είχε μάτια. Ο πατέρας Μιχαήλ, ιερέας του χωριού, δεν περίμενε να συμβεί δεύτερη εξαφάνιση. Έγραψε αμέσως γράμμα προς το Φρούριο της Ασημένιας Σφραγίδας και το έστειλε με έφιππο αγγελιαφόρο. Στην επιστολή περιέγραψε τις καμπάνες, την πομπή και ένα π...

Κεφάλαιο 7 – Η Πρώτη Δύναμη

Εικόνα
  Ο Κυνηγός δεν δίστασε ούτε στιγμή. Με μια αστραπιαία κίνηση όρμησε προς τον Όριν. Το αρχαίο ξίφος του συγκρούστηκε με τη γιγάντια πέτρινη λεπίδα του φύλακα. Ο εκκωφαντικός μεταλλικός ήχος γέμισε ολόκληρη την κρύπτη. Σπίθες και χρυσές ακτίνες φωτός πετάχτηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Η Λίζα κάλυψε το πρόσωπό της. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Ο Όριν έσπρωξε τον αντίπαλό του αρκετά μέτρα πίσω. Ο Κυνηγός όμως προσγειώθηκε όρθιος. Χαμογέλασε. «Είσαι πιο δυνατός απ' όσο θυμόμουν.» Ο πέτρινος φύλακας δεν απάντησε. Σήκωσε το τεράστιο σπαθί του και χτύπησε το έδαφος. Ολόκληρη η κρύπτη σείστηκε. Πέτρινοι στύλοι αναδύθηκαν από το πάτωμα, προσπαθώντας να παγιδεύσουν τον εισβολέα. Ο Κυνηγός κινήθηκε με απίστευτη ταχύτητα. Απέφυγε κάθε εμπόδιο. Το μεταλλικό γάντι στο αριστερό του χέρι άρχισε να λάμπει με μπλε φως. Άγγιξε έναν από τους πέτρινους στύλους. Αμέσως διαλύθηκε σε χιλιάδες κομμάτια. Η Άρια κοίταξε ανήσυχη. «Δεν είναι απλός κυνηγός...» Η Λίζα γύρισε προς το μέρος της. «Τι εννοείς;»...

Το Μαύρο Παζάρι του Κρυφού Διαδικτύου

Εικόνα
Η μυστική οργάνωση ZERO είχε αντιμετωπίσει δαίμονες, στοιχειωμένα αντικείμενα και πύλες που άνοιγαν κάτω από εγκαταλελειμμένες πόλεις. Αυτή τη φορά, όμως, η απειλή δεν κρυβόταν σε κάποιο δάσος ή νεκροταφείο. Βρισκόταν μέσα στο ίδιο το διαδίκτυο. Όλα ξεκίνησαν όταν τρεις άνθρωποι από διαφορετικές πόλεις βρέθηκαν νεκροί μέσα στα σπίτια τους. Δεν υπήρχαν τραύματα ούτε ίχνη παραβίασης. Δίπλα στα σώματά τους βρέθηκαν παλιά βιβλία, δεμένα με μαύρο δέρμα και σφραγισμένα με κόκκινο κερί. Στις τελευταίες σελίδες των βιβλίων υπήρχε το ίδιο σύμβολο: μια αράχνη με επτά μάτια μέσα σε έναν κύκλο. Η αναλύτρια της ZERO, Μίρα Κέιν, ανακάλυψε ότι τα θύματα είχαν αγοράσει τα βιβλία από μια μυστική αγορά του σκοτεινού διαδικτύου. Η ιστοσελίδα δεν είχε σταθερή διεύθυνση και εμφανιζόταν μόνο σε όσους λάμβαναν μια ειδική πρόσκληση. Το όνομά της ήταν Nox Agora . Στη Nox Agora μπορούσε κανείς να βρει οτιδήποτε απαγορευμένο. Παλιές συλλογές ξορκιών, καταραμένα κοσμήματα, φυλαχτά φτιαγμένα από άγνωστα οστά, βότα...

Η Θεά του Φεγγαριού και η Μεγάλη Μητέρα του Δάσους

Εικόνα
  Πολύ πριν οι βασιλιάδες υψώσουν τα κάστρα τους και πριν οι άνθρωποι χαράξουν σύνορα πάνω στη γη, υπήρχε ένα ατελείωτο δάσος που απλωνόταν από βουνά μέχρι λίμνες. Στην καρδιά του κατοικούσαν δύο αρχαίες θεές, τόσο παλιές όσο και ο ίδιος ο κόσμος. Η πρώτη ήταν η Θεά του Φεγγαριού. Κάθε νύχτα ύψωνε τον ασημένιο δίσκο στον ουρανό και το φως της φώτιζε τα μονοπάτια των ταξιδιωτών, τις λίμνες και τα αρχαία άλση. Οι λύκοι τραγουδούσαν στο όνομά της, οι κουκουβάγιες πετούσαν σιωπηλά κάτω από το βλέμμα της και κάθε πανσέληνος θεωρούνταν η πιο ιερή νύχτα του χρόνου. Δίπλα της στεκόταν η Μεγάλη Μητέρα του Δάσους, η αρχαιότερη από όλες τις θεότητες της περιοχής. Εκείνη φύλαγε τα πανάρχαια δέντρα, έκανε τα ποτάμια να κυλούν καθαρά και χάριζε ζωή στα ζώα και στα φυτά. Από τα χέρια της γεννιούνταν νέα δάση, σπάνια βότανα και λουλούδια που άνθιζαν μόνο μία φορά κάθε εκατό χρόνια. Οι άνθρωποι που κατοικούσαν κοντά στο δάσος τις τιμούσαν με τραγούδια, χορούς και προσφορές από καρπούς, ψωμί, μέλι κ...

Η Νύχτα του Μαύρου Πηγαδιού

Εικόνα
  Στο απομονωμένο χωριό Γκρέβαν, οι κάτοικοι πίστευαν ότι το παλιό πηγάδι στην άκρη της πλατείας είχε στερέψει πριν από εκατό χρόνια. Κανείς δεν το χρησιμοποιούσε, κανείς δεν πλησίαζε μετά τη δύση του ήλιου και τα παιδιά μεγάλωναν ακούγοντας πως από τα βάθη του ανέβαιναν φωνές ανθρώπων που είχαν χαθεί στο δάσος. Οι περισσότεροι θεωρούσαν τις ιστορίες παλιές δεισιδαιμονίες, ώσπου μια νύχτα το νερό επέστρεψε. Ήταν μαύρο, παχύ και μύριζε χώμα από ανοιγμένο τάφο. Το επόμενο πρωί βρέθηκαν νεκρά όλα τα ζώα που είχαν πιει από τις ποτίστρες της πλατείας. Το ίδιο βράδυ εξαφανίστηκε η κόρη του σιδερά. Ο πατέρας Λουκάς, ιερέας του χωριού, κατέβηκε μόνος του στην πλατεία κρατώντας ένα φανάρι. Πλησίασε το πηγάδι και άκουσε τη φωνή του κοριτσιού να έρχεται από μέσα. Τον καλούσε με το όνομά του και τον παρακαλούσε να κατεβεί. Ο ιερέας έσκυψε πάνω από το άνοιγμα, όμως αντί για το πρόσωπό της είδε δύο φωτεινά μάτια να κινούνται μέσα στο σκοτάδι. Έκανε πίσω και άρχισε να ψάλλει. Η φωνή σταμάτησε, αλ...

Η Λύκαινα που Αγάπησε έναν Θνητό

Εικόνα
  Η βροχή έπεφτε δυνατά εκείνο το βράδυ, μετατρέποντας τον παλιό επαρχιακό δρόμο σε μια γυαλιστερή, σκοτεινή λωρίδα. Ο Νικόλας επέστρεφε στο χωριό, όταν είδε ξαφνικά ένα μικρό μαύρο σκυλί να βγαίνει μέσα από τα δέντρα. Το ζωάκι στεκόταν ακίνητο στη μέση του δρόμου, τρομαγμένο από τα φώτα ενός αυτοκινήτου που πλησίαζε με μεγάλη ταχύτητα. Χωρίς να σκεφτεί τον κίνδυνο, ο Νικόλας έτρεξε προς το μέρος του. Άκουσε το δυνατό κορνάρισμα και τα λάστιχα να γλιστρούν στην άσφαλτο. Άρπαξε το μικρό σκυλί στην αγκαλιά του και έπεσε μαζί του στην άκρη του δρόμου, λίγα μόλις δευτερόλεπτα προτού το αυτοκίνητο περάσει δίπλα τους. Η μυρωδιά του καμένου λάστιχου ανακατεύτηκε με εκείνη του βρεγμένου χώματος. Το μικρό ζώο έτρεμε ολόκληρο. Ο Νικόλας το έκρυψε μέσα στο μπουφάν του και άρχισε να του μιλάει ήρεμα. «Τελείωσε, μικρό μου. Είσαι ασφαλές τώρα». Δεν γνώριζε ότι αυτό που κρατούσε δεν ήταν σκυλί. Ήταν το παιδί μιας λυκανθρώπου, τόσο μικρό ώστε δεν μπορούσε ακόμη να ελέγξει τις μεταμορφώσεις του. Εί...

Το Περιστέρι του Καταραμένου Χωριού

Εικόνα
  Το χωριό Βέλμορ βρισκόταν απομονωμένο ανάμεσα στα βουνά του βόρειου Άρντεν, εκεί όπου ο ήλιος χανόταν νωρίς πίσω από τις μαύρες κορυφές και η ομίχλη σκέπαζε τους δρόμους πριν ακόμη πέσει η νύχτα. Εκατόν ογδόντα άνθρωποι ζούσαν εκεί, καλλιεργώντας τη γη, εκτρέφοντας ζώα και αποφεύγοντας το πυκνό δάσος που άρχιζε λίγο έξω από τα τελευταία σπίτια. Για πολλές γενιές η ζωή κυλούσε ήσυχα, ώσπου ένα παγωμένο πρωινό εμφανίστηκαν στην ανατολική είσοδο του χωριού δεκατρείς άγνωστοι ταξιδιώτες. Φορούσαν μακριούς γκρίζους μανδύες και οδηγούσαν κάρα σκεπασμένα με μαύρα υφάσματα. Είπαν στους κατοίκους ότι ήταν έμποροι που είχαν χαθεί μέσα στην καταιγίδα και ζήτησαν καταφύγιο για μία μόνο νύχτα. Ο πρόεδρος του χωριού τούς παραχώρησε την παλιά αποθήκη κοντά στον μύλο. Κανείς δεν παρατήρησε ότι τα άλογά τους δεν ανέπνεαν μέσα στο κρύο και ότι οι τροχοί των κάρων δεν άφηναν σημάδια στη λάσπη. Την ίδια νύχτα εξαφανίστηκε ο μυλωνάς. Το επόμενο πρωί οι ταξιδιώτες αρνήθηκαν να φύγουν. Κατέλαβαν τον μύ...