Η ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ ΤΡΕΜΟΥΝ ΟΙ ΣΚΙΕΣ
Η μέρα της Ανάστασης δεν ξημερώνει απλώς, γεννιέται μέσα από έναν κόσμο που κρατά την αναπνοή του, σαν να φοβάται να κάνει τον παραμικρό ήχο πριν ακουστεί το πρώτο φως, και ο αέρας κουβαλά μια παράξενη ανάμειξη από μυρωδιές, λιβάνι που καίγεται αργά σε ξεχασμένες εκκλησίες, υγρό χώμα από τάφους που άνοιξαν μέσα στη νύχτα, και μια πικρή οσμή στάχτης που δεν ανήκει σε αυτόν τον κόσμο, γιατί είναι η ανάσα της κόλασης που υποχωρεί. Οι δρόμοι είναι ήσυχοι, αλλά όχι άδειοι, γιατί κάτι κινείται ανάμεσα στους ανθρώπους, κάτι που όλη τη νύχτα περπατούσε ελεύθερο, ψιθυρίζοντας μέσα στα αυτιά τους, σπρώχνοντάς τους προς τον φόβο, προς την αμφιβολία, προς εκείνη τη σκέψη που σπάει την πίστη, και αυτά τα πλάσματα τώρα αρχίζουν να χάνουν τη δύναμή τους. Οι δαίμονες το νιώθουν πρώτοι, πριν ακόμα ο ουρανός αλλάξει χρώμα, πριν ακόμα ακουστεί η πρώτη καμπάνα, γιατί μέσα τους κάτι ραγίζει, σαν να σπάει ένας δεσμός που τους κρατούσε δεμένους με τον κόσμο των ζωντανών, και τα μάτια τους, που όλη τη ν...